Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Οι Επιζώντες


«Έναρξη εκτόξευσης σε 3...2...1...ΕΚΤΟΞΕΥΣΗ!», ίσα που πρόλαβαν να ακούσουν την πυροδότηση της εκτόξευσης και σε μερικά μόλις δευτερόλεπτα είχαν βγει εκτός γήινης τροχιάς. Το ερευνητικό διαστημικό σκάφος «Κολόμβος», μαζί με το πενταμελές πλήρωμά του αναχώρησε επιτυχώς από την τροχιά της Γης.
Ωστόσο οι προωθητικοί κινητήρες δε σταμάτησαν μόλις βγήκαν από την τροχιά. Είχαν προγραμματιστεί να λειτουργούν, μέχρι να τελειώσει το καύσιμο τους. Έπρεπε να φτάσουν όσο πιο μακρυά γίνεται, σε λιγότερο από μερικά λεπτά. Μόλις ο Κολόμβος μπήκε στη τροχιά του Άρη, το οστικό κύμα από την έκρηξη πίσω του, τους χτύπησε.
Οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν ελάχιστες, όμως εκ θαύματος οι εξισώσεις απεδείχθησαν σωστές και η βαρύτητα του Άρη, τους έσωσε. Η έκρηξη κράτησε μερικά μόλις κλάσματα του δευτερολέπτου, κλάσματα που τους φάνηκαν αιώνας. Το τέλος ήταν αναπόφευκτο κι αναμενόμενο, η μόνη έξοδος, η περιπλάνηση στ’ άγνωστο....
«Και τώρα τι κάνουμε;», ρωτάει ο Γιώργος, καθώς το βλέμμα του πλανάται ακόμα στα φλεγόμενα απομεινάρια της Γης.
«Ταξιδεύουμε μέχρι να χαθούμε κι εμείς. Ειλικρινά δεν πιστεύω να τρέφετε ελπίδες πως θα επιζήσουμε εδώ πάνω!», απαντάει η Στέλλα στριφογυρνώντας με το δάχτυλό της μία τούφα από τα κόκκινα μαλλιά της.
«Οι Ευρωπαίοι κι οι Αμερικάνοι ρίξανε τόσα εκατομμύρια σ’ αυτή τη μαλακία, αντί να επενδύσουν στη σωτηρία του πλανήτη.», αποκρίνεται η Εύα και φτύνει απαξιωτικά την τσίχλα της στο τασάκι.
«Ηρεμήστε κορίτσια, δε χάθηκαν ακόμα όλα. Όσο είμαστε ακόμα ζωντανοί υπάρχει ελπίδα.», προσπαθεί να μαλακώσει το κλίμα ο Ιάσονας.
«Τώρα που είπες ελπίδα, που σκατά τραβολογιούνται πάλι η Ελπίδα με τον Άλκης;», ρωτάει καθώς ανοίγει την κασετίνα με τα καρέλια, η Εύα.
«Λογικά θα ‘ναι στο δωμάτιό τους. Θες να πάω να τους διακόψω;», απαντάει ο Ιάσονας κι απλώνει το χέρι, ως ένδειξη πως θέλει κι αυτός ένα τσιγάρο.
«Εδώ ο κόσμος καίγεται και...»
«...ο αφαλός χτενίζεται!», προλαβαίνει να συμπληρώσει ο Ιάσονας τη μισοτελειωμένη φράση της Εύας παίρνοντας το τσιγάρο απ’ το χέρι της. «Η επιβίωσή μας, για όσους ελπίζουν σε αυτή, έγκειται σε τρία πράγματα...», κάνει μία παύση για να το ανάψει και να τραβήξει τη πρώτη τζούρα, «...ψυχραιμία, εμπιστοσύνη, συνεργασία.».
«Μα δεν έχουμε ιδέα τι να κάνουμε. Μετά βίας γνωρίζουμε τα βασικά για να πιλοτάρουμε αυτό το πράγμα.», εκφράζει την άποψή του ο Γιώργος και το βλέμμα του πέφτει στον Άλκη που εκείνη τη στιγμή εισέρχεται στο χώρο.
«Δείτε ποιος αποφάσισε να εμφανιστεί...», εκφράζει τη δυσανασχέτηση της η Εύα, «...η Ελπίδα που είναι;», ρωτάει παρατηρώντας την απουσία της.
«Κοιμάται. Η όλη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε την επηρέασε αρκετά.», απαντάει ο Άλκης.
«Όλους μας!», ψιθυρίζει στον εαυτό της η Στέλλα.
«Υπάρχει κάτι που πρέπει να δούμε.», λέει ο Άλκης και αφήνει πάνω στο τραπέζι ένα φλασάκι. «Μου το έδωσαν τρεις μέρες πριν. Είπαν ότι είναι πολύ σημαντικό να το μελετήσουμε όταν μείνουμε μόνοι.», εξηγεί στη συνέχεια.
«Και γιατί δε μας είπες τίποτα έως τώρα;», ρωτάει ο Γιώργος.
«Ήλπιζα πως οι προβλέψεις τους θα ήταν λάθος και πως τελικά τίποτα δε θα συνέβαινε.», απαντάει ο Άλκης.
«Τι έχει μέσα;», ρωτάει ο Ιάσονας.
«Δεν ξέρω. Ένας είναι ο τρόπος να το μάθουμε.», αποκρίνεται ο Άλκης.
«Το δωμάτιο δικτύου.», λέει η Εύα, καθώς σβήνει το τσιγάρο της.
«Τι καθόμαστε λοιπόν, πάμε να μάθουμε.», σηκώνεται βιαστικά ο Γιώργος από την καρέκλα κι αρχίζει να κατευθύνεται προς τον τομέα Β του σκάφους, που βρίσκεται το δωμάτιο δικτύου. Πίσω του ακολουθούν κι υπόλοιποι.
Το δωμάτιο δικτύου αποτελεί το δεύτερο κέντρο ελέγχου του σκάφους. Το πρώτο είναι το πιλοτήριο, που βρίσκεται στον τομέα Α. Στο δωμάτιο δικτύου βρίσκονται οι καλύτεροι υπολογιστές που κατόρθωσαν να φτιάξουν οι καλύτεροι Αμερικάνοι μηχανικοί σε συνεργασία με τους καλύτερους Ευρωπαίους μηχανικούς.
Φτάνοντας στο δωμάτιο δικτύου, ο Άλκης τοποθετεί το φλασάκι σε μία από τις υποδοχές και προβάλει το περιεχόμενό του στην οθόνη. Το περιεχόμενό του είναι ένας φάκελος με όνομα «ΔΕΔΟΜΕΝΑ» κι ένα βίντεο με τίτλο «ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΑ ΑΥΤΟ».
«Τι περιμένεις, βάλε το βίντεο να παίξει.», παροτρύνει η Εύα τον Άλκη, που το βλέπει διστακτικό.
Ο Άλκης ανοίγει το βίντεο. Στην οθόνη εμφανίζεται ένας αστροναύτης, ελληνικής καταγωγής, της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας.
«Καλησπέρα ομάδα Γκέιτ. Ονομάζομαι Λαζαρίδης Λάζαρος και για να βλέπετε αυτό το βίντεο σημαίνει πως ο κόσμος μας έχει πια τελειώσει κι εσείς είσαστε οι τελευταίοι επιζώντες. Είναι σημαντικό να καταλάβετε πως μόνο εσείς έχετε τη δύναμη να επαναφέρετε το είδος μας στο σύμπαν. Ο τρόπος; Αβέβαιος!
Δεν νομίζω όμως ότι έχουν νόημα οι συναισθηματισμοί τη δεδομένη αυτή στιγμή, γι’ αυτό λοιπόν θα περάσω κατευθείαν στο θέμα. Το σκάφος στ’ οποίο βρίσκεστε τώρα βρέθηκε είκοσι χρόνια πριν βυθισμένο σ’ ένα κρατήρα στη σελήνη. Αν και αρχικά προσπάθησαν οι Ρώσοι μαζί με τους Κινέζους να το ανασύρουν, τελικά οι Ευρωπαϊκές χώρες, με σημαντική πλειοψηφία Ελλήνων επιστημόνων, ήταν αυτοί που μπόρεσαν να το μεταφέρουν με ασφάλεια στη Γη. Το πρώτο περίεργο που παρατηρήθηκε ήταν, πως αντιδρούσε στο βαλκανικό DNA και ιδιαίτερα στο ελληνικό φύλλο. Όπως το έθεσαν κάποιοι, όσο πιο παλιός ο λαός, τόσο πιο εύκολα μπορούσε να χειριστεί το σύστημα.
Όσο κι αν προσπαθήσαμε να ερευνήσουμε την προέλευσή του, δε μπορέσαμε ν’ ανακαλύψουμε πολλά πράγματα. Το δεύτερο περίεργο είναι πως τα υλικά με τα οποία φτιάχτηκε, είναι υλικά που μπορούμε εύκολα να βρούμε στη Γη, καθώς επίσης υπήρχε κι ένας υψηλής τεχνολογίας υπολογιστής, από τον οποίο μπορέσαμε ν’ ανασύρουμε μερικά δεδομένα, τα οποία φαίνεται να είναι κάποιου είδους συντεταγμένες.
Το πιο κοντινό ζευγάρι συντεταγμένων στο ηλιακό μας σύστημα δείχνει πως είναι στον αστερισμό του κύκνου. Πιο συγκεκριμένα φαίνεται να είναι πολύ κοντά στη μαύρη τρύπα V404 Cygni, η οποία απέχει 7800 έτη φωτός από τη Γη. Ειλικρινά, δε γνωρίζουμε τι μπορεί να υπάρχει εκεί, όμως εάν πραγματικά υπάρχει κάτι εκεί, τότε ίσως αυτό να είναι το κλειδί κι εσείς αποδειχθείτε οι σωτήρες του είδους μας.
Σίγουρα θ’ αναρωτιέστε, το πως θα πάτε εκεί. Δυστυχώς δε μπορώ να τ’ απαντήσω αυτό. Περισσότερες οδηγίες θα βρείτε στο φάκελο ΔΕΔΟΜΕΝΑ. Αυτή είναι η μόνη βοήθεια που μπορούμε να σας δώσουμε και μαζί σας έχετε, όλα όσα ξέρουμε. Πλέον είναι στο χέρι σας να λύσετε το μυστήριο. Καλό σας ταξίδι!»
Η επόμενη στιγμή μετά το βίντεο, φαίνεται ν’ αποτελεί στιγμή απόγνωσης. Ο καθένας τους στρέφει το βλέμμα του στα μάτια των υπολοίπων προσπαθώντας να βρει κάτι να πει. Τη σιωπή σπάει πρώτη η Στέλλα.
«Λοιπόν, δε θέλετε να μάθουμε τι περιέχει ο φάκελος;», ρωτάει με σαφή περιέργεια.
«Ποιο σημαντικό, πως στον πούτσο θα ταξιδέψουμε 7800 έτη φωτός μακρυά;», ρωτάει με τη σειρά της η Εύα.
«Τι θα λέγατε να μελετούσαμε τα δεδομένα πρώτα; Οι απαντήσεις λογικά θα κρύβονται εκεί μέσα.», ακούν τη φωνή της Ελπίδας και καθώς γυρίζουν τη βλέπουν πίσω τους. Τα ξανθά μαλλιά της ανακατεμένα, το χλωμό δέρμα της απορροφάται από τη λευκή στολή που φοράει και οι λέξεις βγαίνουν ξεψυχισμένες από μέσα της.
«Γιατί σηκώθηκες; Χρειάζεσαι ξεκούραση!», αποκρίνεται ο Άλκης και πηγαίνει πλάι της.
«Θα ξεκουραστούμε όλοι μας σύντομα. Τώρα όμως προέχει να μελετήσουμε τα δεδομένα.», τους λέει και κατευθύνεται αργά προς τον κεντρικό υπολογιστή. Στα πρόσωπα των υπολοίπων διακρίνεται η περιέργεια.
Η Ελπίδα κάθεται σε μία από τις καρέκλες που βρίσκονται μπροστά από τον υπολογιστή και αρχίζει να πληκτρολογεί εντολές στο ήδη ανοιγμένο τερματικό. Έπειτα ψαχουλεύει με το χέρι της το πλαϊνό του καθίσματος. Καθώς οι υπόλοιποι την παρακολουθούν σαστισμένοι, να χειρίζεται με άνεση τη σχεδόν άγνωστη γι’ αυτούς τεχνολογία, τη βλέπουν να κρατάει στα χέρια της μία συσκευή που μοιάζει με πέταλο και να τη τοποθετεί στο λαιμό της. Έπειτα τους κοιτάζει και παρατηρεί στα βλέμματα τους την περιέργεια ενός μικρού παιδιού που βλέπει κάτι καινούριο και θέλει απεγνωσμένα να το ανακαλύψει.
«Μη μου πείτε ότι δεν έχετε δει νευρωνικό μηχανισμό πληροφόρησης;», τους ρωτάει και παράλληλα προσαρμόζει το μηχανισμό, ώστε να εφάπτεται σωστά στο λαιμό της.
«Νευρωνικό τι;», ρωτάει η Στέλλα κοιτάζοντας τους υπολοίπους.
«Νευρωνικός μηχανισμός πληροφόρησης, ένας μηχανισμός που σου επιτρέπει να λαμβάνεις δεδομένα απευθείας από τη κεντρική μονάδα του υπολογιστή. Ένα πράγμα σαν να λέμε, ότι ο σκληρός δίσκος είναι το μυαλό σου και τα καλώδια τα νεύρα σου.», απαντάει ο Άλκης.
«Που τα ξέρεις εσύ όλα αυτά;», ρωτάει ο Γιώργος.
«Η Ελπίδα έκανε μελέτες πάνω σε αυτή την τεχνολογία και είχαμε μιλήσει σχετικά με τα προβλήματα που θα έθετε αυτό στον κόσμο. Όμως δε γνώριζα πως η τεχνολογία αυτή είχε επιτευχθεί.», απαντάει ο Άλκης.
«Την τεχνολογία αυτή εισήγαγε πρώτος ο Έλον το 2038, προέβλεπε στην ενσωμάτωση της τεχνολογίας αυτής στα αυτοδηγούμενα αυτοκίνητα, όμως τελικά απορρίφθηκε η πρόταση του ως επικίνδυνη. Λίγα χρόνια αργότερα και με μερικές τροποποιήσεις χρησιμοποιήθηκε από κάποιους επιστήμονες, ως ένα γρήγορο μέσο μελέτης, αρχειοθέτησης κι επεξεργασίας των μεγάλων δεδομένων. Παρ’ όλα αυτά έμεινε κρυφή απ’ τον απλό κόσμο, καθώς και την ευρύτερη επιστημονική κοινότητα, εξαιτίας της έντονης άρνησης που παρατηρήθηκε κατά τη δημοσίευση του πρωτότυπου.», εξηγεί η Ελπίδα.
«Κι εσύ τι σχέση έχεις με όλα αυτά; Που...; Πως....;», αποκρίνεται η Εύα προσπαθώντας να βρει τις σωστές λέξεις να εκφράσει την απορία της.
«Ο πατέρας μου ήταν μέλος της ερευνητικής ομάδας του Έλον και φανατικός υποστηρικτής αυτής της τεχνολογίας. Μετά τον αποδοκιμασμό της τεχνολογίας, ο Έλος απογοητεύτηκε και κλείστηκε στον εαυτό του για καιρό. Ο πατέρας μου συγκρότησε τη δική του ομάδα και συνέχισαν την εξέλιξη της τεχνολογίας. Χάρης αυτή ανακαλύφθηκε κι αυτό εδώ το σκάφος. Τέσσερα χρόνια αργότερα για την ακρίβεια. Τη συνέχεια τη θεωρώ γνωστή. Οι επιστήμονες εκτίμησαν το τέλος του κόσμου κι άρχισαν να χρηματοδοτούν τόσο τη μελέτη κι επισκευή του σκάφους, όσο και τρόπους για να αποτραπεί η καταστροφή του πλανήτη. Όταν τα χρονικά περιθώρια στένεψαν, τότε όλα τα ποσά δίνονταν για το σκάφος. Αυτά εν ολίγης.», εξηγεί η Ελπίδα κι έπειτα γράφει μία εντολή στο τερματικό και βυθίζεται σε κατάσταση ύπνου.
«Και τώρα θα βλέπουμε την ωραία κοιμωμένη να ροχαλίζει;», αναρωτιέται η Εύα.
«Δε ξέρω για σας, αλλά εγώ θα ακολουθήσω τα πατήματά της. Εδώ που φτάσαμε δεν έχουμε άλλη επιλογή.», απαντάει ο Άλκης και κάθεται στη δίπλα, από την Ελπίδα, καρέκλα, βρίσκει το νευρωνικό μηχανισμό πληροφόρησης και αφού τον τοποθετεί στο λαιμό του, βυθίζεται κι αυτός στον ύπνο. Το ίδιο κάνουν και οι υπόλοιποι.
Καθότι το σώμα βρίσκετε σε κατάσταση ύπνωσης, το μυαλό συνεχίζει να λειτουργεί, μόνο που είναι συνδεδεμένο στο ψηφιακό κόσμο. Στο σκάφος μυστηριοδώς τίθενται οι υπερηχητικοί κινητήρες σε λειτουργία και η πορεία χάραξης του είναι ο αστερισμός του κύκνου. Εκεί βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα της επιβίωσής τους κι εκεί πρέπει να πάνε.
Όσο τα μέλη της ομάδας Γκέιτ κοιμούνται, το σκάφος ταξιδεύει με ταχύτητα μεγαλύτερη απ’ του φράγματος του ήχου και συνεχώς επιταχύνει. Πέραν από τη ταχύτητα όμως, το τέλειο κυκλικό σχήμα του σκάφους εξοπλισμένο με τους δύο δακτύλιους που στρέφονται αντίθετα ο ένας απ’ τον άλλο, δημιουργεί ένα έντονο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, το οποίο παράγει ένα σπάνιο φαινόμενο. Στη κατεύθυνση του σκάφους, το διάστημα αρχίζει να σχίζεται στα δυο, δημιουργώντας μία πύλη. Πύλες σαν κι αυτή έχουν την ιδιότητα να συμπιέζουν το χωροχρόνο μεταφέροντας μεγάλες ποσότητες ύλης από ένα σημείο του διαστήματος σ’ ένα άλλο. Καθώς το σκάφος εισέρχεται στην πύλη, ο χρόνος παγώνει και τη στιγμή που επαναφέρετε, είναι ήδη στον αστερισμό του κύκνου, κοντά στις συντεταγμένες προορισμού τους.
Πρώτη απ’ όλους ξυπνάει η Ελπίδα, η οποία παρατηρεί την αλλαγή του χρώματος τ’ ουρανού και κατευθύνεται προς το παράθυρο. «Είμαστε κοντά», ψιθυρίζει στον εαυτό της και κοιτάει τους υπόλοιπους. Στη συνέχεια αποχωρεί από το δωμάτιο.
Τα βήματα της σπάνε τη σιωπή του σκάφους, καθώς κατευθύνεται προς τον τομέα Α. Το πιλοτήριο την καλωσορίζει με το άνοιγμα των θυρών του. Κατευθύνεται στον κεντρικό υπολογιστή και εισάγει τα στοιχεία της, προκειμένου να συνδεθεί στο σύστημα.
«Ελπίδα! Μπορείς να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει;», ακούγεται απότομα πίσω της η φωνή του Άλκη. Εκείνη τραντάζεται από την ξαφνική ομιλία του, όμως διατηρεί τον τόνο της φωνή της χαμηλό.
«Είναι πολλά αυτά που συμβαίνουν και τα χρονικά περιθώρια στενεύουν. Πρέπει να προλάβουμε...», απαντάει η Ελπίδα.
«Να προλάβουμε τι; Πόσα ακόμα γνωρίζεις και δε μου έχεις πει;», ρωτάει ο Άλκης.
«Πρέπει να προλάβουμε την πύλη που θα σχηματιστεί σύντομα στη μαύρη τρύπα V404. Βρισκόμαστε ήδη στον αστερισμό του κύκνου. Ένα από τα αρχεία περιείχε πληροφορίες για μία ικανότητα του σκάφους που έχει να επιταχύνει και να στρέφει τους δακτυλίους του με τέτοιο τρόπο ώστε το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που σχηματίζεται γύρω απ’ αυτό να δημιουργεί μία πύλη στο κενό. Η ισχύς του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου που παράγει το σκάφος είναι αρκετή, ώστε να σε μεταφέρει σε μέρη που το σκάφος έχει ήδη πάει, όμως δε μπορεί να σε μεταφέρει σε άλλη χρονική περίοδο. Γι’ αυτό πρέπει να προλάβουμε την πύλη, διότι δε θα έχουμε άλλη ευκαιρία.», απαντάει η Ελπίδα και πληκτρολογεί τις συντεταγμένες στην οθόνη.
Άλλη μια φορά στο σκάφος ακούγεται ο θόρυβος από την έναρξη των υπερηχητικών κινητήρων κι έπειτα αρχίζει να κινείται προς τη μαύρη τρύπα.
«Ελπίδα τι είναι αυτά που λες; Σταμάτα το σκάφος αμέσως.», αποκρίνεται ο Άλκης σαστισμένος.
«Η πύλη είναι η τελευταία μας ελπίδα Άλκη. Οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι θυσίασαν τα πάντα γι’ αυτήν εδώ τη στιγμή. Το ίδιο πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε κι εμείς.», αποκρίνεται η Ελπίδα.
«Ελπίδα, έλα στα συγκαλά σου, αυτό που πας να κάνεις είναι αυτοκτονία. Μπορούμε απλά να ταξιδέψουμε στο διάστημα με την τεχνολογία που ανέφερες και να βρούμε ένα πλανήτη να επιζήσουμε, να παντρευτούμε και να κάνουμε παιδιά. Μπορούμε απλά να...», ξεσπάει ο Άλκης, προσπαθώντας να λογικέψει την Ελπίδα.
«Δεν καταλαβαίνεις! Δεν υπάρχει άλλο μέρος να επιζήσουμε. Η μόνη μας ελπίδα είναι τα αρχεία του διαστημοπλοίου, τα οποία μας οδηγούν στη μαύρη τρύπα.», επιμένει η Ελπίδα.
Εκείνη τη στιγμή μπαίνουν στο πιλοτήριο τρέχοντας ο Ιάσονας με την Εύα, ενώ πιο πίσω τους ακολουθούν κι ο Γιώργος με τη Στέλλα.
«Τι συμβαίνει εδώ;», ρωτάει ο Ιάσονας λαχανιασμένος και το βλέμμα του πέφτει στο χέρι του Άλκη που είναι έτοιμος να χαστουκίσει την Ελπίδα.
Ο Άλκης γυρίζει και τους κοιτάει. «Η κυρία από εδώ θέλει να μας σκοτώσει όλους.», απαντάει.
«Τα παραλέει, εγώ απλά...», δικαιολογείται η Ελπίδα.
«Σκασμός!», φωνάζει ο Άλκης.
«Μπορείτε να σταματήσετε να τσακώνεστε και να μας εξηγήσετε τι συμβαίνει;», ρωτάει η Εύα κι έπειτα γυρίζει και βλέπει το Γιώργο με τη Στέλλα να παίνουν στο πιλοτήριο, «Ειδικά τώρα που είμαστε όλοι εδώ.».
«Η Ελπίδα πήρε την πρωτοβουλία να μας στείλει στην καρδιά μιας γαμημένης μαύρης τρύπας.», απαντάει ο Άλκης.
«Τι έκανε λέει;», αποκρίνεται ο Γιώργος.
«Ελπίδα, τι είναι αυτά που λέει ο Άλκης; Τι έχεις κάνει;», ρωτάει ο Ιάσονας την Ελπίδα.
«Εκτελώ τις οδηγίες του δημιουργού του σκάφους. Αν μελετούσατε τα δεδομένα, θα ξέρατε πως αυτό θέλει να κάνουμε.», απάντησε η Ελπίδα.
«Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι εκμεταλλεύεσαι το γεγονός πως γνωρίζεις αυτό το νευρωνικό τέτοιο και προσπαθείς να περάσεις το δικό σου. Τώρα που το σκέφτομαι, πάντα έτσι ήσουν.», απαντάει ο Άλκης.
Εκείνη τη στιγμή, το σκάφος αρχίζει να δονείται, ενώ το ουράνιο τοπίο έξω από το παράθυρο σκοτεινιάζει σιγά σιγά.
«Τι συμβαίνεις;», ρωτάει ο Γιώργος.
«Θέλετε να το δεχτείτε η όχι, πλέον είμαστε μέσα στο πεδίο βαρύτητας της μαύρης τρύπας. Όποιος δε θέλει να βοηθήσει, μπορεί ν’ αποχωρήσει από το χώρο.», απαντάει ήρεμα η Ελπίδα.
«Έπρεπε να είχες μείνει πίσω στη Γη.», λέει με ψυχρότητα ο Άλκης.
«Άουτς!», ψιθυρίζει η Στέλλα κι έπειτα δαγκώνει το χείλος της και κοιτάει την Εύα.
«Αρκετά!», με τη σειρά της φωνάζει η Εύα, «Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από το θάνατο και ναι πράγματι φταίει η Ελπίδα και ο μαλάκας που της έβαλε αυτή την ιδέα, ωστόσο, το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί τώρα είναι ν’ αρχίσουμε να μαλώνουμε. Είμαστε ομάδα γαμώτι μου...».
«Η Εύα έχει δίκιο. Πλέον δεν ωφελεί σε τίποτα το να σκεφτόμαστε ποιος φταίει. Αν όντως μπορούμε να μπούμε μέσα σ’ αυτό το πράγμα και να επιζήσουμε, τότε ας φερθούμε σαν ομάδα και να δούμε που θα μας βγάλει. Μη ξεχνάτε πως έτσι κι αλλιώς είμαστε καταδικασμένοι, χρόνο μας έδωσαν βάζοντας μας σ’ αυτό το σκάφος, όχι ζωή.», αποκρίθηκε ο Ιάσονας και κατευθύνθηκε μπροστά από την Ελπίδα, «Θέλω να πιστεύω πως ξέρεις τι κάνεις.», της κλείνει το μάτι και της χαμογελάει.
«Είστε τελείως τρελοί.», αποκρίνεται ο Άλκης και κατευθύνεται προς την έξοδο του πιλοτηρίου, «Δε ξέρω για εσάς, αλλά εγώ δε σκοπεύω να ξοδέψω τις τελευταίες μου στιγμές σε ένα τέτοιο χώρο.».
«Και που σκοπεύεις να πας;», ρωτάει η Εύα.
«Στο οποιοδήποτε δωμάτιο θυμίζει λιγότερο αυτό που ζούμε!», απαντάει κι αποχωρεί από το πιλοτήριο.
Μετά την αποχώρηση του Άλκη, ο Γιώργος, η Στέλλα, η Εύα κι ο Ιάσονας ζητούν από την Ελπίδα να τους δώσει οδηγίες. Η Ελπίδα τοποθετεί τον Ιάσονα και την Εύα στη θέση των ανιχνευτών, ενώ το Γιώργο και τη Στέλλα τους ορίζει ως ρυθμιστές του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου του σκάφους. Η ίδια αναλαμβάνει το ρόλο του πιλότου.
Όσο πλησιάζουν τη μαύρη τρύπα, τόσο πιο επικίνδυνα γίνονται τα πράγματα. Κομμάτια από σπασμένους αστεροειδής στροβιλίζονται με ταχύτητα που ξεπερνάει αυτή του φωτός. Όσο περισσότερο πλησιάζουν, τόσο αντιλαμβάνονται πως η φύση της μαύρης τρύπας, ομοιάζει με αυτή ενός τυφώνα. Ωστόσο η μαύρη τρύπα δεν υπακούει στη γνωστή φυσική. Έχει τους δικούς της κανόνες.
Καθώς ο Ιάσονας και η Εύα ανιχνεύουν τους αστεροειδής στο ραντάρ, η Ελπίδα δίνει οδηγίες στο Γιώργο και τη Στέλλα. Ο όλο και περισσότερο αυξανόμενος στροβιλισμός των δακτυλίων του σκάφους, δημιουργεί ένα πεδίο που ελαττώνει την επιρροή αυτού της μαύρης τρύπας. Έτσι η μαγνητική και βαρυτική δίνη της μαύρης τρύπας στέκεται ανήμπορη στο να τους παρασύρει πάνω στους αστεροειδείς, τουλάχιστον στην αρχή.
Όσο πιο βαθιά εισέρχονται, τόσο πιο δύσκολο είναι για την Ελπίδα να διατηρήσει σταθερή πορεία. Το μέγεθος της τρύπας ευνοεί την κατάστασή τους, καθώς όμως αυτό μειώνεται, οι αστεροειδείς πλησιάζουν όλο και πιο κοντά στο σκάφος.
«Θα έχουμε πρόβλημα εάν κάτι από αυτά μας χτυπήσει.», εκφράζει την ανησυχία της, η Εύα.
«Είμαστε σχεδόν στις συντεταγμένες. Στέλλα, Γιώργο, ανεβάστε την ταχύτητα περιστροφής των δακτυλίων στο τέρμα.», δίνει την τελευταία της οδηγία η Ελπίδα.
Ο Γιώργος με τη Στέλλα ανεβάζουν ο καθένας το μοχλό που έχει μπροστά του στην τελευταία σκάλα. Καθώς οι δακτύλιοι φτάνουν το μέγιστό τους, ένα μπλε φως τυλίγει το σκάφος.
«Το ραντάρ τρεμοπαίζει. Χάνουμε σήμα.», ανακοινώνει ο Ιάσονας.
«Είμαστε κοντά.», απαντάει η Ελπίδα και αυξάνει την ταχύτητα του σκάφους.
Μπροστά τους απλώνεται σκοτάδι, σκοτάδι που φωτίζεται απ’ τους κεραυνούς που παράγει το ίδιο το σκάφος. Στιγμιαία παρατηρούν έναν αστεροειδή να καλύπτει όλο το παράθυρο. Τους χτυπάει. Όμως το σκάφος περνάει από μέσα του αλώβητο.
«Τι στο...;», αναρωτιέται η Εύα.
Έξω απ’ το παράθυρο πλέον υπάρχουν χρώματα, πότε κόκκινο, πότε κίτρινο, πότε μπλε και πότε μοβ. Τα χρώματα συχνά σχηματίζουν εικόνες. Ένας πλανήτης, μία έκρηξη στη συνέχεια, ένα μπλε φως και μετά το απόλυτο σκοτάδι. Το σκάφος διέρχεται μέσα απ’ όλ’ αυτά σαν να μην υπάρχει, σαν να είναι φάντασμα.
«Τι συμβαίνει; Είμαστε νεκροί;», αναρωτιέται ο Γιώργος.
«Υπάρχει μία θεωρεία που λέει πως οι μαύρες τρύπες αποθηκεύουν πληροφορίες στο εσωτερικό τους με τον ίδιο τρόπο που ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής αποθηκεύει δεδομένα στο σκληρό του δίσκο. Αν αυτή η θεωρεία τελικά ισχύει, τότε αυτή τη χρονική στιγμή διανύουμε μία πύλη και βιώνουμε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Αν η θεωρεία του Χόκινς είναι σωστή, τότε αυτή τη στιγμή ταξιδεύουμε στο χρόνο και όλα αυτά που βλέπουμε είναι ότι έχει καταπιεί η μαύρη τρύπα έως τώρα. Επίσης υπάρχει μία ακόμα θεωρία που υποστηρίζει πως, όλες οι μαύρες τρύπες συνδέονται, σχηματίζοντας ένα δίκτυο σαν αυτό του διαδικτύου.», απαντάει η Ελπίδα.
«Και πως θα ξέρουμε σε τι χρονική περίοδο θα βρεθούμε;», ρωτάει ο Ιάσονας.
«Αυτό θα το μάθουμε μόλις...», πάει ν’ απαντήσει η Ελπίδα, όμως εκείνη τη στιγμή όλη η ενέργεια του σκάφους χάνεται. Τα πάντα σβήνουν. Έξω απ’ το παράθυρο δε φαίνεται τίποτα.
«Και τώρα τι έγινε;», ρωτάει η Στέλλα.
Επικρατεί για μερικές στιγμές σιωπή κι έπειτα ακούγεται ο ήχος του ραντάρ ν’ ανιχνεύει κάτι. Το σκάφος αιωρείται, φαίνεται να προσεγγίζει κάτι και όσο πλησιάζει την κόκκινη κουκίδα που δείχνει το ραντάρ, ένα μοβ πέπλο τυλίγει το χώρο. Το σκάφος προσγειώνεται σ’ ένα αιωρούμενο ερείπιο στη μέση του πουθενά. Εκείνη τη στιγμή στο πιλοτήριο εισέρχεται ο Άλκης τρέχοντας.
«Τι κάνατε; Η πόρτα του σκάφους έχει ανοίξει και...», δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση του και η Εύα τον διακόπτει, «Και θα έπρεπε να ήσουν νεκρός. Άρα για να μην είσαι...», «Σημαίνει πως υπάρχει ατμόσφαιρα!», ολοκληρώνει τη φράση ο Ιάσονας.
Τα έξι μέλη της ομάδας Γκέιτ κατεβαίνουν σε αυτό το μυστήριο χώρο και στέκονται αποσβολωμένοι, καθώς μπροστά τους βλέπουν μία πυραμίδα με δύο σφίγγες να στολίζουν την είσοδο. Ακόμα πιο περίεργο είναι το γεγονός πως βρίσκουν γήινα σκευάσματα, όπως χάρτινα ποτήρια από καφέ, «Το μυστικό του καφέ!», γράφει ένα απ’ αυτά.
«Τι είναι αυτό το μέρος;», αναρωτιέται η Εύα.
«Κάτι μου λέει ότι θα μάθουμε αν πάμε στη πυραμίδα.», απαντάει ο Άλκης.
Όλοι μαζί πλέον κατευθύνονται προς την πυραμίδα. Περνούν ανάμεσα από τις σφίγγες και εισέρχονται σ’ ένα χώρο που θυμίζει αρχαίο πολιτισμό. Στην οροφή με αλυσίδες κρέμονται ζαρντινιέρες με αναρριχώμενα φυτά, στολισμένα με όμορφα άνθη. Ο γύρο χώρος είναι στολισμένος με αμφορείς τοποθετημένους πάνω σε κίονες. Τέλος στο κέντρο αυτού του μεγάλου δωματίου, βρίσκεται ένα μηχάνημα που μοιάζει με ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το πληκτρολόγιό του είναι στ’ αρχαία ελληνικά, όπως και η μόνη γλώσσα εμφάνισής του.
«Ποιος θα το φανταζόταν ότι αυτές οι βλακείες που επέμεναν να μας μάθουν στο σχολείο, θα χρειάζονταν μία τέτοια στιγμή.», αποκρίθηκε ο Ιάσονας χαμογελώντας.
«Ευτυχώς που κάποιοι από εμάς προτού αποφασίσουν να εξερευνήσουν το διάστημα σπούδασαν φιλολογία.», απαντάει η Εύα.
«Κι ας μην ξεχνάμε την αρχαιολόγο μας, τη Στέλλα.», συμπληρώνει ο Γιώργος.
«Το ερώτημα όμως παραμένει. Τι κάνουμε;», ρωτάει ο Άλκης.
«Εσείς μπορείτε να δείτε τ’ αξιοθέατα. Εγώ με τη Στέλλα θα ψάξουμε αυτό το μαραφέτι.», απαντάει η Εύα.
Μερικές ώρες αργότερα, η Στέλλα τους φωνάζει για να τους ανακοινώσει τα ευρήματά τους.
«Βρήκατε τίποτε χρήσιμο;», ρωτάει ο Άλκης.
«Μόλις σήμερα ανακαλύψαμε την προέλευσή του πολιτισμού μας. Όποιος έφτιαξε αυτό το μέρος, δημιούργησε και τη Γη. Για την ακρίβεια υπάρχει ένα πρόγραμμα με όνομα ΠΥΛΑΙ.», ανακοινώνει η Στέλλα.
«Διαβάζοντας τις οδηγίες του, ανακαλύψαμε πως μπορούμε να δημιουργήσουμε μια τομή στο χρόνο και να ταξιδέψουμε σε κάποια χρονική στιγμή μετά τη δημιουργία του ηλιακού μας συστήματος και αρκετά πριν την καταστροφή της Γης. Βρήκαμε κι ένα αρχείο με τίτλο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ, στ’ οποίο περιγράφεται η ιστορία των πρώτων. Σύμφωνα μ’ αυτούς, το ηλιακό μας σύστημα το κατάπιε μία μαύρη τρύπα και αυτός εδώ ο βράχος είναι ότι απέμεινε από την τότε Γη. Με ότι υλικά τους έμειναν, δημιούργησαν το σκάφος μας και αυτά που βλέπουμε γύρω μας. Τέλος το μεγάλο τους κατόρθωμα ήταν η δημιουργία του προγράμματος ΠΥΛΑΙ. Με αυτό τον τρόπο άνοιξαν μία πύλη πίσω στο χρόνο.», συμπληρώνει η Εύα και κάνει νόημα στη Στέλλα να πει τη συνέχεια.
«Εκτός από αυτό το ημερολόγιο, υπάρχουν μερικές χιλιάδες ακόμα. Αυτό σημαίνει ότι η Γη μας δεν καταστρέφεται πρώτη φορά.», προσθέτει η Στέλλα.
«Δηλαδή εάν κατάλαβα καλά, θα τρέξουμε το πρόγραμμα ΠΥΛΑΙ και θα επαναδημιουργήσουμε τη Γη.», συμπεραίνει η Ελπίδα.
«Δεν είναι τόσο απλό.», απαντάει η Εύα, «Η επιστροφή μας ενδέχεται να προκαλέσει αλλοίωση στην εξέλιξη του είδους. Οι γνώσεις μας πρέπει να μείνουν κρυφές απ’ το πολιτισμό της χρονικής στιγμής που θα επισκεφτούμε. Πρακτικά αυτό που κάνουμε είναι να επαναφέρουμε τον πλανήτη σε μία δεδομένη ιστορική στιγμή. Θα λατρευτούμε ως θεοί, έως ότου ο χρόνος σβήσει την παρουσία μας από τη μνήμη τους και γεννήσει την αβεβαιότητα και τ’ αναπάντητα ερωτήματα για τη δημιουργία τους.», συμπληρώνει στη συνέχεια.
«Τι περιμένουμε λοιπόν, ας επιστρέψουμε σπίτι.», εκφράζει τον ενθουσιασμό του ο Γιώργος.
«Είμαστε όλοι σύμφωνοι σε αυτό;», ρωτάει η Εύα και όλοι γνέφουν καταφατικά.
Έπειτα η Εύα τρέχει το πρόγραμμα ΠΥΛΑΙ κι ένα κίτρινο φως δημιουργείται πάνω από την κορυφή της πυραμίδας. Το κίτρινο φως διαπερνά τη μαβιά ατμόσφαιρα και στο κενό δημιουργεί την πύλη που οδηγεί πίσω στο χρόνο, εκεί που οι άνθρωποι κρέμονταν στα κλαδιά των δέντρων και πολεμούσαν για ένα τσαμπί μπανάνες.
Διαπερνώντας την πύλη βρίσκονται πίσω στο γνώριμο ηλιακό σύστημα και μπροστά τους ξεχωρίζει ο γαλανός πλανήτης με τ’ άσπρα σύννεφα και τα καταπράσινα δάση. Καθώς το σκάφος εισέρχεται στη Γήινη ατμόσφαιρα και πυρακτώνεται, προσκρούει στην περιοχή της Μεσοποταμίας, πάνω σε μία από τις πρώτες ανθρώπινες αποικίες. Συγκεκριμένα πέφτουν πάνω στο ψηλότερο πύργο που κατασκεύασαν οι άνθρωποι της τότε εποχής.
Η άφιξή τους δίνει στην περιοχή τ’ όνομα Μπαμπ-Ιλάνι, που σε ελληνική μετάφραση σημαίνει «πύλη των θεών».

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Το Ταξίδι των Χαμένων Ονείρων (Μέρος 1)

Πρόλογος
Κάθε ταξίδι συνοδεύεται απ’ το δικό του προορισμό. Όμως κάποια ταξίδια συνεχίζονται ακόμα και μετά την προσέλευση στον προορισμό τους. Άλλα ταξίδια πάλι έχουν αρχή και όχι τέλος. Τέλος κάποια ταξίδια μένουν για πάντα χαραγμένα στις καρδιές των ταξιδιάρικων ψυχών.

1. Χαράζοντας τη Θάλασσα
Το δροσερό αεράκι στο λιμάνι του Ντέιμπορ έπνεε ένα κύμα ανακούφισης. Το «Γρήγορο Κριάρι» ήταν έτοιμο γι’ αναχώρηση πριν από μισή ώρα. Ωστόσο ο διδάσκαλος Άρο-γουέιν δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Πιθανότατα το προηγούμενο βράδυ να ξενύχτησε σε κάποιο μπαράκι πίνοντας βερμένικο ρούμι και απολαμβάνοντας τη συντροφιά ωραίων κοριτσιών.
Η καμπάνα χτύπησε τρεις φορές όταν έκανε την εμφάνιση του στο λιμάνι. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα και η αναπνοή του μύριζε έντονα αλκοόλ. Τα καστανά μαλλιά του ήταν ανακατεμένα και τα γκρίζα μάτια του έβλεπαν στο άπειρο. Τα πράγματα του είχαν μεταφερθεί μαζί με των υπόλοιπων δασκάλων στο πλοίο απ’ το χάραμα. Μόλις επιβιβάστηκε στο πλοίο, ο επικεφαλής των διδασκάλων ονόματι Γκάρμπ τον αγριοκοίταξε και με αυστηρό ύφος του υπενθύμισε τις υποχρεώσεις του σαν μέλος των διδασκόντων.

ε αυτό το σημείο θαρρώ σκόπιμο να συστηθώ. Το όνομά μου είναι Σέλκ κι εκείνη την περίοδο ήμουν ένας από τους μαθητές του Άγνωστου. Έτσι ονόμασαν οι διδάσκαλοι εκείνο το ταξίδι, τ’ οποίο ξεκίνησε έτσι απρόσμενα έχοντας σαν στόχο την ανακάλυψη των κρυμμένων μυστικών του νησιού Γκάομπ-λαο. Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά, συνεχίζοντας απ’ το σημείο που μείναμε.-

Ο Άρο-γουέιν μουρμούρισε κάτι ντροπιασμένος όταν ο Γκάρμπ τελείωσε το λόγο του κι έπειτα αποσύρθηκε στη καμπίνα του. Εγώ μαζί με τον Κτέμπ και το Γκέρ κατευθυνθήκαμε στο μικρό μπαρ του πλοίου όπου κι απολαύσαμε από μία γερή κούπα κόκκινη μπίρα.
«Επιτέλους το ταξίδι που περιμέναμε έναν ολόκληρο χρόνο!», έκανε ενθουσιασμένος ο Κτέμπ κατεβάζοντας μία γερή γουλιά δροσίζοντας το λαιμό του.
«Εγώ πάλι δεν είμαι τόσο ενθουσιασμένος. Οι διδάσκαλοι φαίνεται πως το έχουν πάρει πολύ σοβαρά. Ένα λάθος να κάνουμε και οι συνέπειες θα είναι οδυνηρές.», είπε ο Γκέρ σκεπτικός κοιτάζοντας το άπειρο.
«Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείτε για τίποτα. Όλα καλά θα πάνε. Προετοιμαζόμαστε ένα χρόνο γι’ αυτή την εκπαιδευτική αναζήτηση.», απάντησα εγώ κι αφότου ήπια λίγο από τη μπύρα μου, προσέθεσα, «Εξάλλου είναι κι ευκαιρία για να γίνει και παιχνίδι.».
«Εάν σκέφτεσαι πάλι τη Σίλθια, τότε σου προτείνω να το ξεχάσεις. Σ’ έχει ήδη απορρίψει δύο φορές. Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω γιατί συνεχίζεις να το παλεύεις.», αποκρίθηκε ο Κτέμπ.
«Οι προηγούμενες δε μετράνε. Σε τούτη την αποστολή θα περάσουμε σχεδόν έναν ολόκληρο μήνα μαζί, σ’ ένα ακατοίκητο ξερονήσι. Είναι η ευκαιρία μου να τη ψήσω.», είπα με ενθουσιασμό.
«Πρόσεχε από το πολύ το ψήσιμο, μη σου αρπάξει και μετά δε τρώγεται.», είπε ειρωνικά ο Κτέμπ, «Και για να μη μείνω με την απορία, τι σκοπεύεις να κάνεις; Να της πιάνεις το χέρι στις νύχτες τις αφέγγαρες, που θα κρυώνει, φοβάται και θα αισθάνεται μόνη; Εάν αυτό είναι το σχέδιο σου, να το ξέρεις από τώρα, έχεις αποτύχει.», συμπλήρωσε εν συνεχεία.
«Κρυάδες! Θα σου αποδείξω πως έχω ελπίδες. Μέχρι τότε όμως, ας απολαύσουμε τη μπύρα μας.», κομπορρημονεύτηκα κι έπειτα ήπια μονορούφι την υπόλοιπη μπύρα μου και χτύπησα με δύναμη το άδειο ποτήρι στο ξύλινο τραπέζι.
Ο Γκέρ που τόση ώρα καθόταν κι έπινε τη μπύρα του σιωπηλός, απεφάσισε να σπάσει τη σιωπή του.
«Πως φαντάζεστε το νησί που πάμε;», ρώτησε.
Εγώ και ο Κτέμπ κοιταχτήκαμε στα μάτια αμήχανοι, από την απότομη αλλαγή του θέματος.
«Πιστεύω πως θα είναι κάτι όμορφο και μυστήριο. Απ’ τη στιγμή που πάμε ν’ ανακαλύψουμε τα μυστικά του, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει πλούσια και σπάνια βλάστηση εκεί.», απήντησα εγώ.
«Ενδιαφέρουσα άποψη, όμως πολύ απλή. Εγώ το φαντάζομαι σκοτεινό. Ο ουρανός εκεί είναι κόκκινος κι έντονα φαινόμενα συμβαίνουν. Αστραπές χτυπούν στο έδαφος και μυστήρια πλάσματα παραμονεύουν να σε βρούνε μονάχο στο σκοτάδι για να σε αρπάξουν και να σε πάνε στις φωλιές τους. Ίσως τελικά και να έχεις κάποια ελπίδα Σέλκ, που ξέρεις μπορεί να αρπάξει τίποτα τη Σίλθια κι εσύ να τρέξεις να τη σώσεις.», αποκρίθηκε ο Κτέμπ.
«Δε βαρεθήκατε να συζητάτε για τη Σίλθια; Πολύ αξία της δίνετε.», παραπονέθηκε ο Γκέρ κι έπειτα συνέχισε, «Εγώ θέλω να πιστεύω πως θα έχει παραλίες αμμουδερές, ένα μεγάλο δάσος και μέρη παράξενα να εξερευνήσουμε. Κτέμπ, πολύ Λολθροφάη διαβάζεις.».

αι νομίζω ότι εδώ πρέπει να κάνουμε άλλη μία παύση, ώστε να δοθούν μερικές ακόμα εξηγήσεις. Αρχικά η Σίλθια, που τόσο πολύ συζητιόταν εκείνη την περίοδο, ήταν η πιο εντυπωσιακή κοπέλα του έτους. Καταγόταν από το νότο κι έτσι τα χαρακτηριστικά της διέφεραν από τα συνηθισμένα. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα σαν τη νύχτα και τα μάτια της γκρίζα γυαλιστερά και θύμισαν ασήμι. Τα χείλη της ήταν πάντα κόκκινα και σαρκώδη, ενώ το δέρμα της ήταν σκουρόχρωμο. Η φωνή της γλυκιά, μαγευτική, είχε τη δύναμη να κατευνάσει ακόμα και το πιο άγριο θεριό. Έτσι λίγο πολύ, έπεσα θύμα της γοητείας της.
Ως προς το Λολθροφάη τώρα, αυτός ήταν ο πιο γνωστός λογοτέχνης της εποχής. Στα κείμενά του περιγράφονται κόσμοι μαγικοί και πλάσματα που κατέχουν κάποια μυστική γνώση που τα κάνει να δαμάζουν κάτι από τον κόσμο γύρω τους. Προφανώς και ο Κτέμπ επηρεασμένος απ’ αυτές τις ιστορίες, φανταζόταν το νησί μαγεμένο κατοικημένο από πλάσματα σκοτεινά και αφιλόξενα.-

Η συζήτηση για το πως φαντάζεται ο καθένας μας το νησί, διήρκησε κοντά στη μία ώρα. Όλη αυτή την ώρα απολαύσαμε άλλη μία μπίρα, καθώς και το φαγητό του καραβιού, που είχε ασυνήθιστα ωραία γεύση. Έπειτα αποσυρθήκαμε στις καμπίνες μας ο κάθε ένας για ν’ αποκοιμηθούμε. Το καράβι ήταν μεγάλο κι έτσι ο καθένας είχε τη δική του καμπίνα. Κι έπειτα στο καράβι δεν υπήρχαν άλλοι εκτός από το πλήρωμα, τη μαθητική ομάδα, που αποτελούνταν από δεκαπέντε άτομα και τους πέντε διδασκάλους.
Οι νύχτες στη θάλασσα χαρακτηρίζονται από μία ξεχωριστή μαγεία. Συντροφιά του καραβιού μέσα στ απέραντο πέλαγος που διασχίζει αποτελεί το φως της μεγαλειώδους και χρυσοστολισμένης πανσελήνου που ανακλά στ’ αλμυρό νερό. Το κύμα που σκάει στα πλαϊνά του πλοίου δίνει φωνή στο πλοίο. Φωνή που διαλύει τη σιωπή της νυκτός, χαρίζοντας ένα μοναδικό ρυθμό.
Παρ’ όλ’ αυτά τόσο η νύχτα, όσο και η θάλασσα κρύβουν τους δικούς τους κινδύνους. Ένα πλεούμενο μοναχικό καράβι στ’ ανοιχτά αποτελεί στόχο λεηλασίας για τους πειρατές. Δεν ήταν παρά μόνο λίγα λεπτά πριν το ρολόι χτυπήσει τρεις. Το καμπανάκι κινδύνου χτυπούσε δυνατά, ενώ ο ανιχνευτής του πληρώματος φώναζε «ΠΕΙΡΑΤΕΣ! ΜΑΣ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΝ ΠΕΙΡΑΤΕΣ!». Οι άντρες του πληρώματος, χρόνια ναύτες ταξιδιώτες, πήραν τα όπλα τους και ανεβήκαν στο κατάστρωμα. Άλλοι πήραν τις θέσεις τους και γέμισαν τα πλαϊνά κανόνια.
Ο διδάσκαλος Άρο-γουέιν μ’ ένα μπουκάλι γεμάτο ρούμι, έτρεχε προσπαθώντας να βρει κρυψώνα. Ο διδάσκαλος Γκάρμπ μαζί με τη διδάσκαλο Βαλέρια μας μάζεψαν στο αμπάρι κι έπειτα ετοιμάστηκαν για μάχη. Σύντομα η μυρωδιά από μπαρούτι απλώθηκε σ’ όλο το πλοίο, ενώ ο ήχος από τα κανόνια κυριαρχούσε στη προηγούμενη σιωπή. Στο κατάστρωμα οι ναύτες έδιναν μάχη να κρατήσουν τους πειρατές μακρυά.
Στο κατάστρωμα μαζί με τους ναύτες, βοηθούσαν και ο διδάσκαλος Μπαρεντάι με τη διδάσκαλο Μίρνα στο πλευρό του. Όσο κι αν προσπάθησαν όμως να τους κρατήσουν μακρυά, σύντομα η κατάσταση δυσκόλεψε. Ένα δεύτερο πειρατικό πλοίο πλεύρισε το δικό μας και άρχισε να ρίχνει με τα κανόνια του. Μερικές από τις οβίδες χτύπησαν το αμπάρι, όμως για καλή μας τύχη κανένας δε τραυματίστηκε.
«Ήρθε η ώρα σου να λάμψεις. Πάρε όπλο και όρμα πάνω τους. Κάνε τους κομματάκια!», ψιθύρισε στο αυτί μου ο Κτέμπ.
«Τι θες να κάνω, να πάρω σπαθί και να τα βάλω με αυτά τα τέρατα;», ρώτησα ενοχλημένα.
«Άνθρωποι είναι. Τα τέρατα μας περιμένουν στο νησί.», αποκρίθηκε ο Κτέμπ.
«Εγώ πάντως συμφωνώ με τον Κτέμπ.», είπε ο Γκέρ, «Μπορεί το σπαθί να μην είναι καλή ιδέα, όμως δείτε εκεί.», συμπλήρωσε στο λόγο του και με το χέρι του έδειξε μερικές πέτρες που είχαν ξεχυθεί από ένα σακούλι που χτύπησε μία οβίδα πιο πριν.
«Πέτρες; Προτείνεις να ανεβούμε πάνω και να τους πετάξουμε πέτρες;», ρώτησε ο Κτέμπ κοιτώντας τον περίεργα.
«Κάτι καλύτερο. Το μόνο δύσκολο θα είναι να βγούμε από εδώ μέσα. Τα άλλα αφήστε τα πάνω μου, είπε ο Γκέρ και πήρε έξι πέτρες και τις έβαλε στη τσέπη του. Ακόμα γέμισε κι ένα μεταλλικό μπουκάλι που είχε στη τσέπη του με λάδι.
«Τι σκοπεύεις να κάνεις με αυτά;», ρώτησε ξανά ο Κτέμπ.
«Θα σου εξηγήσω στο δρόμο. Τώρα πρέπει να βρούμε τρόπο να ξεγλιστρήσουμε από εδώ μέσα.», απάντησε ο Γκέρ.
«Άστο επάνω μου αυτό.», είπα και πλησίασα τους διδάσκαλους.
«Διδάσκαλε Γκάρμπ νομίζω πως είδα κάποιον να μπαίνει στο αμπάρι.», του είπα.
«Από που τον είδες να μπαίνει, η πόρτα δεν άνοιξε καθόλου.», απάντησε εκείνος.
«Μία από τις οβίδες δημιούργησε μάλλον κάποιο άνοιγμα και πρέπει να μπήκε από εκεί.», συνέχισα.
«Βαλέρια τι λες;», ρώτησε ο Γκάρμπ και της χαμογέλασε.
«Εάν είναι να καθησυχάσουμε τους μαθητές μας, τότε μπορούμε να ρίξουμε μία ματιά.», απάντησε εκείνοι και κατευθύνθηκαν προς τα βαρέλια που τους υπέδειξα.
«Να η ευκαιρία μας.», είπα στο Γκέρ και τον Κτέμπ και αμέσως τρέξαμε στην είσοδο.
Ο Γκάρμπ μας είδε και μας φώναξε, όμως προτού προλάβει να πλησιάσει στην πόρτα, την κλείσαμε και βάλαμε το σανίδι που τη σφραγίζει από την έξω μεριά.
«Δε νομίζω ότι θα τη βγάλουμε καθαροί μετά από αυτό.», είπε ο Κτέμπ.
«Εάν όλα πάνε όπως τα έχω σκεφτεί, τίποτα δε θα μπορέσουν να μας κάνουν. Τρέχουμε τώρα.», απάντησε ο Γκέρ και άρχισε να τρέχει προς τη μεριά που ηχούσαν τα κανόνια.
Στο τέλος του διαδρόμου επικρατούσε το απόλυτο χάος. Αρκετές οβίδες από το πειρατικό πλοίο είχαν χτυπήσει το πλοίο και αρκετοί από τους ναύτες που βρίσκονταν στα κανόνια τώρα κείτονταν νεκροί. Όμως όσο αποθαρρυντικό κι αν ήταν το θέαμα, ο Γκέρ δεν έκανε πίσω. Έδεσε ένα πανί στο μπροστινό μέρος του κανονιού και το έβρεξε με λάδι. Έπειτα μας έδωσε το μπουκάλι και μας είπε να βρέξουμε μερικές οβίδες και να τους τις πάμε.
Ακολουθήσαμε τις οδηγίες του και γεμίσαμε ετοιμάσαμε το κανόνι.
«Θυμηθείτε, δεν έχουμε πολλές ευκαιρίες. Το λάδι δε φτάνει παρά μόνο για λίγες μόνο οβίδες. Άρα πρέπει να είμαστε ακριβείς.», είπε ο Γκέρ και χτύπησε τις πέτρες μεταξύ του. Εκείνες σπινθήρισαν και τύλιξαν το πανί στις φλόγες. Στη συνέχεια τοποθέτησε το κανόνι σε σημείο που να σημαδεύει το πειρατικό πλοίο και άναψε το φιτίλι.
ΜΠΟΥΜ! Ακούστηκε ο δυνατός ήχος του και μία φλεγόμενη οβίδα χτύπησε το πειρατικό πλοίο.
«Γρήγορα πρέπει να ξαναγεμίσουμε, σύντομα θα στρέψουν την προσοχή τους σε εμάς.», προειδοποίησε ο Γκέρ.
Το δεύτερο χτύπημα πραγματοποιήθηκε σε μεγάλη απόσταση από το πρώτο.
«Και πάλι τίποτα.», μουρμούρισε στον εαυτό του ο Γκέρ.
«Τι θέλει να κάνει;», ρώτησε ο Κτέμπ άλλη μία φορά.
«Νομίζω είναι προφανές. Προσπαθεί να πετύχει τη μπαρουταποθήκη του πλοίου. Η έστω κάποιο βαρέλι.», απάντησα εγώ.
«Τελευταίο χτύπημα! Εάν αποτύχουμε και σε αυτό, τότε θα βρεθούμε σε πολύ δύσκολη θέση.», αποκρίθηκε ο Γκέρ και μας κοίταξε με βλέμμα χαμένο σε ένα βαθύ λήθαργο.
Στο κατάστρωμα δινόταν μάχη για το ποιος θα κυριαρχήσει. Δεν ήμασταν σε θέση ν’ αντιληφθούμε πλήρως την επικρατούσα κατάσταση, όμως μόνο από τις κραυγές που ακούγονταν ήταν εύκολο να συμπεράνει κανείς πως οι πειρατές έδειχναν να έχουν το πάνω χέρι. Σε αυτή τη δύσκολη, όμως κρίσιμη στιγμή ο Γκέρ έβαλε όλη του την τέχνη. Δεδομένο το ότι οι δύο προηγούμενες βολές απέτυχαν να βρουν στόχο κάποιο εύφλεκτο υλικό και αξιοποιώντας την ορατότητα που έδιναν οι τρύπες από τις οβίδες που το είχαν χτυπήσει προσδιόρισε το αμπάρι του πειρατικού πλοίου.
Το κανόνι ετοιμάστηκε, τοποθετήθηκε στη κατάλληλη γωνία και το φιτίλι άναψε. Τα επόμενα πέντε δευτερόλεπτα φανήκαν σαν αιώνας. Ή τελευταία μας φλεγόμενη οβίδα χτύπησε το πειρατικό πλοίο.
«Τίποτα πάλι.», μουρμούρησε ο Κτέμπ.
Όμως τα γεγονότα απάντησαν μόνα τους. Ένας δυνατός κρότος ακούστηκε και ένα φλεγόμενο κύμα τύλιξε το πειρατικό πλοίο.
«Διάνα!», ψιθύρισε ο Γκέρ κι έπειτα μας κοίταξε και πρόσθεσε, «Πάμε να φύγουμε. Καιρός να επισκεφθούμε το κατάστρωμα.».
«Τι έκανε λέει; Εγώ δεν ανεβαίνω εκεί πάνω. Ας πάει ο Σέλκ να γίνει κι ήρωας.», παραπονέθηκε ο Κτέμπ.

-Η συνέχεια δεν έχει να προσφέρει και πολλά στην αφήγηση. Εν συντομία θα πω, ότι πήραμε ο καθένας μας ότι πεσμένο όπλο βρήκαμε από τους νεκρούς ναύτες και ανεβήκαμε στο κατάστρωμα έτοιμοι να υπερασπιστούμε το πλοίο. Οι πειρατές όμως βλέποντας το πλοίο τους να έχει τυλιχθεί στις φλόγες έτρεξαν να σώσουν τους θησαυρούς τους. Οι ναύτες έσφαξαν όσους πρόλαβαν καθώς οι πειρατές επέστρεφαν στα πλοία τους. Ο καπετάνιος ωστόσο μόλις του δόθηκε η ευκαιρία προτίμησε να αποχωρήσει από το πεδίο της μάχης κι έτσι οι ναύτες άρχισαν να σπρώχνουν τα κουπιά μιας και τα πανιά είχαν καταστραφεί ολοσχερώς.
Οι επόμενες ημέρες ήταν εφιαλτικές για μας. Όχι μόνο δεν μας ευχαρίστησαν που σώσαμε το πλοίο και τις ζωές όλων μας, αλλά μας έβαλαν όλους υπό την προστασία του διδασκάλου Μπαρεντάι, ο οποίος μας έβαλε να τραβάμε κουπί μαζί με τους ναύτες. Ευτυχώς ύστερα από τρεις μέρες, αγκυροβολήσαμε στο λιμάνι της νήσου Ρακέν-τόπη.
Εκεί για πρώτη φορά μετά από καιρό φάγαμε ζεστό φαγητό και ήπιαμε καθαρό νερό. Ο Μπαρεντάι ωστόσο δε μας άφησε ν’ απομακρυνθούμε απ’ το πλοίο. Μίλησε με τον καπετάνιο κι έτσι μείναμε να βοηθήσουμε στην επισκευή του πλοίου. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Μπαρεντάι είχε μεγαλώσει στη θάλασσα και αποσύρθηκε από τα καράβια σε ηλικία δεκαπέντε ετών, όταν το πλοίο με τ’ οποίο ταξίδευε βυθίστηκε κι όλο το πλήρωμα χάθηκε. Ήταν ο μόνος επιζώντας, ο οποίος βρέθηκε στην ακτή του Πανεπιστημίου.
Στη Ρακέν-τόπη μείναμε μονάχα πέντε μέρες. Τόσο ώστε να επισκευαστεί πλήρως το πλοίο. Την πέμπτη μέρα αναχωρήσαμε με διεύθυνση νοτιοαναλοτική, προκειμένου να φτάσουμε στο νησί της εκπαίδευσής μας.-